λείος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien λεῖος, leîos.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  λείος η  λεία το  λείο
génitif του  λείου της  λείας του  λείου
accusatif το(ν)  λείο τη(ν)  λεία το  λείο
vocatif λείε λεία λείο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  λείοι οι  λείες τα  λεία
génitif των  λείων των  λείων των  λείων
accusatif τους  λείους τις  λείες τα  λεία
vocatif λείοι λείες λεία

λείος (líos) /ˈli.ɔs/

  1. Lisse.
    • Η λεία επιφάνεια.
      La surface lisse.