μεταφορά

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : Navigation, rechercher

Sommaire

Grec [modifier]

Origine et histoire de « μεταφορά » Étymologie

Du grec ancien.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  μεταφορά οι  μεταφορές
Génitif της  μεταφοράς των  μεταφορών
Accusatif τη(ν)  μεταφορά τις  μεταφορές
Vocatif μεταφορά μεταφορές

μεταφορά (metaforá) /me.ta.fɔ.ˈɾa/ féminin

  1. Transport.
  2. Transfert.
    • ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα
    • η επιχείρηση θα παραμείνει κλειστή για δύο ημέρες λόγω μεταφοράς των γραφείων της σε άλλο κτήριο
  3. Adaptation.
    • η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος
  4. Métaphore.
    • στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» υπάρχει μεταφορά μιας ιδιότητας του μη ανθρώπινου ουσιαστικού «λαγός», της ταχύτητας με την οποία φεύγει καταδιωκόμενος, στο ανθρώπινο υποκείμενο του ρήματος «έγινε»

Dérivés

Grec ancien [modifier]

Origine et histoire de « μεταφορά » Étymologie

Du verbe μεταφέρω metaphérô (transporter) formé de μετά metá (d’un lieu à un autre) et du verbe φέρω phérô (porter).

Nom commun

μεταφορά (metaphorá) /me.ta.pʰo.ˈra/ féminin