πολυώνυμο

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier | modifier le wikitexte]

Nom commun[modifier | modifier le wikitexte]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  πολυώνυμο τα  πολυώνυμα
Génitif του  πολυώνυμου
πολυωνύμου
των  πολυώνυμων
πολυωνύμων
Accusatif το  πολυώνυμο τα  πολυώνυμα
Vocatif πολυώνυμο πολυώνυμα

πολυώνυμο (poliónimo) /pɔ.li.ˈɔ.ni.mɔ/ neutre

  1. (Mathématiques) Polynôme.