ἄτομος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec ancien[modifier | modifier le wikicode]

Étymologie[modifier | modifier le wikicode]

Mot composé de ἀ-, -a et τομός, tomós.

Adjectif[modifier | modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif ἄτομος ἄτομη ἄτομον ἄτομοι ἄτομαι ἄτομα ἄτομω ἄτομα ἄτομω
Vocatif ἄτομε ἄτομη ἄτομον ἄτομοι ἄτομαι ἄτομα ἄτομω ἄτομα ἄτομω
Accusatif ἄτομον ἄτομην ἄτομον ἄτομους ἄτομας ἄτομα ἄτομω ἄτομα ἄτομω
Génitif ἄτομου ἄτομης ἄτομου ἄτομων ἄτομων ἄτομων ἄτομοιν ἄτομαιν ἄτομοιν
Datif ἄτομ ἄτομ ἄτομ ἄτομοις ἄτομαις ἄτομοις ἄτομοιν ἄτομαιν ἄτομοιν

ἄτομος átomos masculin

  1. Insécable, non coupé, indivisible.

Dérivés dans d’autres langues[modifier | modifier le wikicode]

Références[modifier | modifier le wikicode]