άγνωστος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ἄγνωστος, ágnôstos (« inconnu »).

Adjectif [modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  άγνωστος η  άγνωστη το  άγνωστο
génitif του  άγνωστου της  άγνωστης του  άγνωστου
accusatif το(ν)  άγνωστο τη(ν)  άγνωστη το  άγνωστο
vocatif άγνωστε άγνωστη άγνωστο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  άγνωστοι οι  άγνωστες τα  άγνωστα
génitif των  άγνωστων των  άγνωστων των  άγνωστων
accusatif τους  άγνωστους τις  άγνωστες τα  άγνωστα
vocatif άγνωστοι άγνωστες άγνωστα

άγνωστος \ˈa.gnɔs.tɔs\

  1. Ignoré, inconnu.
  2. Qui ne sait pas, ignorant.

Antonymes[modifier]

Apparentés étymologiques[modifier]

Nom commun [modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  άγνωστος οι  άγνωστοι
Génitif του  αγνώστου των  αγνώστων
Accusatif το(ν)  άγνωστο τους  αγνώστους
Vocatif άγνωστε άγνωστοι

άγνωστος \ˈa.gnɔs.tɔs\

  1. Inconnu.

Références[modifier]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (άγνωστος)