έξυπνος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ἔξυπνος, éxupnos.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  έξυπνος η  έξυπνη το  έξυπνο
génitif του  έξυπνου της  έξυπνης του  έξυπνου
accusatif το(ν)  έξυπνο τη(ν)  έξυπνη το  έξυπνο
vocatif έξυπνε έξυπνη έξυπνο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  έξυπνοι οι  έξυπνες τα  έξυπνα
génitif των  έξυπνων των  έξυπνων των  έξυπνων
accusatif τους  έξυπνους τις  έξυπνες τα  έξυπνα
vocatif έξυπνοι έξυπνες έξυπνα

έξυπνος (éxipnos) \ˈɛ.ksi.pnɔs\

  1. Intelligent, éveillé.