ακατανόητος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Étymologie manquante ou incomplète. Si vous la connaissez, vous pouvez l’ajouter en cliquant ici.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  ακατανόητος η  ακατανόητη το  ακατανόητο
génitif του  ακατανόητου της  ακατανόητης του  ακατανόητου
accusatif το(ν)  ακατανόητο τη(ν)  ακατανόητη το  ακατανόητο
vocatif ακατανόητε ακατανόητη ακατανόητο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  ακατανόητοι οι  ακατανόητες τα  ακατανόητα
génitif των  ακατανόητων των  ακατανόητων των  ακατανόητων
accusatif τους  ακατανόητους τις  ακατανόητες τα  ακατανόητα
vocatif ακατανόητοι ακατανόητες ακατανόητα

ακατανόητος (akatanóitos) \a.ka.ta.ˈnɔ.i.tɔs\

  1. Abracadabrant, incompréhensible.

Synonymes[modifier]