δεύτερος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien δεύτερος, deúteros.

Adjectif [modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif δεύτερος δεύτερη δεύτερο
génitif δεύτερου δεύτερης δεύτερου
accusatif δεύτερο δεύτερη δεύτερο
vocatif δεύτερε δεύτερη δεύτερο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif δεύτεροι δεύτερες δεύτερα
génitif δεύτερων δεύτερων δεύτερων
accusatif δεύτερους δεύτερες δεύτερα
vocatif δεύτεροι δεύτερες δεύτερα

δεύτερος, dhéfteros \Prononciation ?\ ordinal

  1. Deuxième.

Vocabulaire apparenté par le sens[modifier]

Références[modifier]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (δεύτερος)

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

De δύο, duo (« deux ») et -τερος, voir ἑκάτερος, ἐξώτερος.

Adjectif [modifier]

δεύτερος, deúteros ordinal

  1. Second, deuxième.
  2. (Par suite) Qui vient après.

Dérivés[modifier]

Références[modifier]