διάδοχος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien διάδοχος, diádokhos.

Adjectif [modifier le wikicode]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif διάδοχος διάδοχη διάδοχο
génitif διάδοχου διάδοχης διάδοχου
accusatif διάδοχο διάδοχη διάδοχο
vocatif διάδοχε διάδοχη διάδοχο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif διάδοχοι διάδοχες διάδοχα
génitif διάδοχων διάδοχων διάδοχων
accusatif διάδοχους διάδοχες διάδοχα
vocatif διάδοχοι διάδοχες διάδοχα

διάδοχος (dhiádhokhos) \ði.ˈa.ðɔ.xɔs\

  1. Qui succède.
    • Μετά την πολιτική κρίση όλοι αναρωτιούνται για το ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση.

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  διάδοχος οι  διάδοχοι
Génitif του  διαδόχου των  διαδόχων
Accusatif το(ν)  διάδοχο τους  διαδόχους
Vocatif διάδοχε διάδοχοι

διάδοχος (dhiádhokhos) \ði.ˈa.ðɔ.xɔs\ masculin

  1. Successeur.
  2. Héritier.
    • ο διάδοχος του θρόνου δολοφονήθηκε από έναν στασιαστή, ο οποίος βασίλεψε για ένα μόλις μήνα προτού ανατραπεί από το εξεγερμένο πλήθος
      Le prince héritier, etc.

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Déverbal de διαδέχομαι, diadékhomai (« succéder »).

Adjectif [modifier le wikicode]

διάδοχος, diádokhos \Prononciation ?\ masculin

  1. Successeur, suivant.
    • διάδοχος κακῶν κακοῖς
      un mal suivant un autre.
  2. Relai.
    • διάδοχοι ἐφοίτων
      travaillant sans relâche, en se relayant.

Nom commun [modifier le wikicode]

διάδοχος, diádokhos \Prononciation ?\ masculin

  1. Successeur.
    • διάδοχος Κλεάνδρῳ

Dérivés[modifier le wikicode]

Dérivés dans d’autres langues[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]