δικαιοδοσία

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  δικαιοδοσία οι  δικαιοδοσίες
Génitif της  δικαιοδοσίας των  δικαιοδοσιών
Accusatif τη(ν)  δικαιοδοσία τις  δικαιοδοσίες
Vocatif δικαιοδοσία δικαιοδοσίες

δικαιοδοσία (dhikeodhosía) \ði.cɛ.ɔ.ðɔ.ˈsi.a\ féminin

  1. Juridiction.