εὐχάριστος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Voir aussi : ευχάριστος

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Voir εὔχαρις, composé de εὖ, (« bien ») et de χάρις, kháris (« réjouir »).

Adjectif [modifier le wikicode]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif εὐχάριστος εὐχάριστος εὐχάριστον
vocatif εὐχάριστε εὐχάριστε εὐχάριστον
accusatif εὐχάριστον εὐχάριστον εὐχάριστον
génitif εὐχαρίστου εὐχαρίστου εὐχαρίστου
datif εὐχαρίστ εὐχαρίστ εὐχαρίστ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif εὐχαρίστω εὐχαρίστω εὐχαρίστω
vocatif εὐχαρίστω εὐχαρίστω εὐχαρίστω
accusatif εὐχαρίστω εὐχαρίστω εὐχαρίστω
génitif εὐχαρίστοιν εὐχαρίστοιν εὐχαρίστοιν
datif εὐχαρίστοιν εὐχαρίστοιν εὐχαρίστοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif εὐχάριστοι εὐχάριστοι εὐχάριστα
vocatif εὐχάριστοι εὐχάριστοι εὐχάριστα
accusatif εὐχαρίστους εὐχαρίστους εὐχάριστα
génitif εὐχαρίστων εὐχαρίστων εὐχαρίστων
datif εὐχαρίστοις εὐχαρίστοις εὐχαρίστοις

εὐχάριστος, eukháristos

  1. Agréable.
  2. Reconnaissant.

Prononciation[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]