θαυματουργός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

De θαῦμα, thaûma (« merveille ») et ἔργον, érgon (« travail »).

Adjectif [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif θαυματουργός θαυματουργός θαυματουργόν θαυματουργοί θαυματουργοί θαυματουργά θαυματουργώ θαυματουργώ θαυματουργώ
Vocatif θαυματουργέ θαυματουργέ θαυματουργόν θαυματουργοί θαυματουργοί θαυματουργά θαυματουργώ θαυματουργώ θαυματουργώ
Accusatif θαυματουργόν θαυματουργόν θαυματουργόν θαυματουργούς θαυματουργούς θαυματουργά θαυματουργώ θαυματουργώ θαυματουργώ
Génitif θαυματουργοῦ θαυματουργοῦ θαυματουργοῦ θαυματουργῶν θαυματουργῶν θαυματουργῶν θαυματουργοῖν θαυματουργοῖν θαυματουργοῖν
Datif θαυματουργ θαυματουργ θαυματουργ θαυματουργοῖς θαυματουργοῖς θαυματουργοῖς θαυματουργοῖν θαυματουργοῖν θαυματουργοῖν

θαυματουργός, thaumaturgós \tʰa͜u.ma.toːr.ˈɡos\

  1. Qui fait des tours d’adresse.

Dérivés[modifier le wikicode]

Dérivés dans d’autres langues[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]