καθαρός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien καθαρός, katharós.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  καθαρός η  καθαρή το  καθαρό
génitif του  καθαρού της  καθαρής του  καθαρού
accusatif το(ν)  καθαρό τη(ν)  καθαρή το  καθαρό
vocatif καθαρέ καθαρή καθαρό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  καθαροί οι  καθαρές τα  καθαρά
génitif των  καθαρών των  καθαρών των  καθαρών
accusatif τους  καθαρούς τις  καθαρές τα  καθαρά
vocatif καθαροί καθαρές καθαρά

καθαρός (katharós) \ka.θa.ˈɾɔs\

  1. Propre, pur.

Synonymes[modifier]

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

Étymologie manquante ou incomplète. Si vous la connaissez, vous pouvez l’ajouter en cliquant ici.

Adjectif[modifier]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif καθαρός καθαρά καθαρόν καθαροί καθαραί καθαρά καθαρώ καθαρά καθαρώ
Vocatif καθαρέ καθαρά καθαρόν καθαροί καθαραί καθαρά καθαρώ καθαρά καθαρώ
Accusatif καθαρόν καθαράν καθαρόν καθαρούς καθαράς καθαρά καθαρώ καθαρά καθαρώ
Génitif καθαροῦ καθαρᾶς καθαροῦ καθαρῶν καθαρῶν καθαρῶν καθαροῖν καθαραῖν καθαροῖν
Datif καθαρ καθαρ καθαρ καθαροῖς καθαραῖς καθαροῖς καθαροῖν καθαραῖν καθαροῖν

καθαρός, katharós

  1. Pur, net, clair.
    1. Sans tache, sans souillure, propre.
      • καθαρὸς χεῖρας, mains propres.
    2.  Pur de tout mélange.
      • τῶν Ἀθηναίων ὅπερ ἐστράτευε καθαρὸν ἐξῆλθε (Tucidide)
    3. Pur de toute fraude.
    4. (Par suite) Nettoyé, débarrassé de tout obstacle.

Antonymes[modifier]

Dérivés[modifier]

Références[modifier]