κριτικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien.

Adjectif [modifier le wikicode]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif κριτικός κριτική κριτικό
génitif κριτικού κριτικής κριτικού
accusatif κριτικό κριτική κριτικό
vocatif κριτικέ κριτική κριτικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif κριτικοί κριτικές κριτικά
génitif κριτικών κριτικών κριτικών
accusatif κριτικούς κριτικές κριτικά
vocatif κριτικοί κριτικές κριτικά

κριτικός (kritikós) \kɾi.ti.ˈkɔs\

  1. Qui a la faculté de juger, critique.
  2. Qui relève de la critique.

Homophones[modifier le wikicode]

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du verbe κρίνω, krínô (« juger »).

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif κριτικός κριτική κριτικόν κριτικοί κριτικαί κριτικά κριτικώ κριτικά κριτικώ
Vocatif κριτικέ κριτική κριτικόν κριτικοί κριτικαί κριτικά κριτικώ κριτικά κριτικώ
Accusatif κριτικόν κριτικήν κριτικόν κριτικούς κριτικάς κριτικά κριτικώ κριτικά κριτικώ
Génitif κριτικοῦ κριτικῆς κριτικοῦ κριτικῶν κριτικῶν κριτικῶν κριτικοῖν κριτικαῖν κριτικοῖν
Datif κριτικ κριτικ κριτικ κριτικοῖς κριτικαῖς κριτικοῖς κριτικοῖν κριτικαῖν κριτικοῖν

κριτικός, kritikós \kri.ti.ˈkos\

  1. Capable de juger, de décider.
    1.  Ἡ κριτική (sous-entendu τέχνη).
      L’art de juger.
  2. Décisif, critique.

Références[modifier le wikicode]