λευκός καρχαρίας

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

→ voir λευκός et καρχαρίας.

Locution nominale [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  λευκός καρχαρίας οι  λευκοί καρχαρίες
Génitif του  λευκού καρχαρία των  λευκών καρχαριών
Accusatif το(ν)  λευκό καρχαρία τους  λευκούς καρχαρίες
Vocatif λευκέ καρχαρία λευκοί καρχαρίες
Λευκός καρχαρίας

λευκός καρχαρίας (levkós karkharías) \lɛf.ˈkɔs kaɾ.xa.ˈɾi.as\ masculin

  1. (Zoologie) Grand requin blanc.