μήλο

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien μῆλον, mễlon.

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  μήλο τα  μήλα
Génitif του  μήλου των  μήλων
Accusatif το  μήλο τα  μήλα
Vocatif μήλο μήλα
Μερικές ποικιλίες μήλων

μήλο (mílo) \ˈmi.lɔ\ neutre

  1. Pomme.

Dérivés[modifier le wikicode]

Expressions[modifier le wikicode]

  • το μήλο του Αδάμ : pomme d’Adam
  • το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει
  • το μήλο της έριδας ou το μήλον της έριδος : pomme de discorde