μονόκερως

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien μονόκερως, monokerôs (« unicorne »).

Nom commun [modifier]

μονόκερως (monókeros) \mɔ.ˈnɔ.cɛ.ɾɔs\ masculin

  1. Licorne.

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

De μόνος, mónos (« seul ») et κέρας, kéras (« corne »).

Nom commun [modifier]

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif μονόκερως οἱ μονοκέρωτες τὼ μονοκέρωτε
Vocatif μονόκερως μονοκέρωτες μονοκέρωτε
Accusatif τὸν μονοκέρωτᾰ τοὺς μονοκέρωτας τὼ μονοκέρωτε
Génitif τοῦ μονοκέρωτος τῶν μονοκερώτων τοῖν μονοκέρωτοιν
Datif τῷ μονοκέρωτῐ τοῖς μονοκέρωσῐ(ν) τοῖν μονοκέρωτοιν

μονόκερως, monókerôs \mo.ˈno.ke.rɔːs\ masculin

  1. Licorne.