πεντηκοστός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien πεντηκοστός.

Adjectif [modifier le wikicode]

πεντηκοστός, pendíkostos \Prononciation ?\ ordinal

  1. Cinquantième.

Vocabulaire apparenté par le sens[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (πεντηκοστός)

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

De πεντήκοντα.

Adjectif numéral [modifier le wikicode]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif πεντηκοστός πεντηκοστή πεντηκοστό
vocatif πεντηκοστός πεντηκοστή πεντηκοστό
accusatif πεντηκοστόν πεντηκοστήν πεντηκοστό
génitif πεντηκοστοῦ πεντηκοστῆς πεντηκοστοῦ
datif πεντηκοστ πεντηκοστ πεντηκοστ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif πεντηκοστώ πεντηκοστώ πεντηκοστώ
vocatif πεντηκοστώ πεντηκοστώ πεντηκοστώ
accusatif πεντηκοστώ πεντηκοστώ πεντηκοστώ
génitif πεντηκοστοῖν πεντηκοστοῖν πεντηκοστοῖν
datif πεντηκοστοῖν πεντηκοστοῖν πεντηκοστοῖν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif πεντηκοστοί πεντηκοσταί πεντηκοστά
vocatif πεντηκοστοί πεντηκοσταί πεντηκοστά
accusatif πεντηκοστούς πεντηκοστάς πεντηκοστά
génitif πεντηκοστῶν πεντηκοστῶν πεντηκοστῶν
datif πεντηκοστοῖς πεντηκοσταῖς πεντηκοστοῖς

πεντηκοστός, pentêkostós ordinal

  1. Cinquantième (50e).

Dérivés[modifier le wikicode]

Prononciation[modifier le wikicode]

(Classique) : \pentɛːkostós\
(Koinè) : \pɛnteːko̞stˈo̞s\
(Byzantine) : \pentikostˈos\

Références[modifier le wikicode]