στηθοσκόπιο

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du français stéthoscope.

Nom commun[modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  στηθοσκόπιο τα  στηθοσκόπια
Génitif του  στηθοσκοπίου των  στηθοσκοπίων
Accusatif το  στηθοσκόπιο τα  στηθοσκόπια
Vocatif στηθοσκόπιο στηθοσκόπια

στηθοσκόπιο (stithoskópio) \Prononciation ?\ neutre

  1. (Médecine) Stéthoscope.