στύμα

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.

Grec ancien[modifier le wikicode]

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ στύμα τὰ στύματα τὼ στύματε
Vocatif στύμα στύματα στύματε
Accusatif τὸ στύμα τὰ στύματα τὼ στύματε
Génitif τοῦ στύματος τῶν στυμάτων τοῖν στυμάτοιν
Datif τῷ στύματι τοῖς στύμασι(ν) τοῖν στυμάτοιν

στύμα, stúma \ˈsty.ma\ neutre

  1. Forme éolienne de στόμα.