συμπεριφορά

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien συμπεριφορά, sumperiphorá, apparenté à συμπεριφέρομαι (« se comporter »).

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  συμπεριφορά οι  συμπεριφορές
Génitif της  συμπεριφοράς των  συμπεριφορών
Accusatif τη(ν)  συμπεριφορά τις  συμπεριφορές
Vocatif συμπεριφορά συμπεριφορές

συμπεριφορά, simberiforá \sim.bɛ.ɾi.fɔ.ˈɾa\ féminin

  1. Comportement.
    • η συμπεριφορά της είναι σοβαρή και μετρημένη, son comportement est sérieux et mesuré.

Références[modifier le wikicode]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (συμπεριφορά)

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Déverbal de συμπεριφέρω, sumperiphérô ; voir συμφορά, sumphorá, περιφορά, periphorá.

Nom commun [modifier le wikicode]

συμπεριφορά, sumperiphorá \Prononciation ?\ féminin

  1. Interaction, rapport avec autrui.

Dérivés dans d’autres langues[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]