συμπλεκτικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien συμπλεκτικός, sumplektikós.

Adjectif [modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif συμπλεκτικός συμπλεκτική συμπλεκτικό
génitif συμπλεκτικού συμπλεκτικής συμπλεκτικού
accusatif συμπλεκτικό συμπλεκτική συμπλεκτικό
vocatif συμπλεκτικέ συμπλεκτική συμπλεκτικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif συμπλεκτικοί συμπλεκτικές συμπλεκτικά
génitif συμπλεκτικών συμπλεκτικών συμπλεκτικών
accusatif συμπλεκτικούς συμπλεκτικές συμπλεκτικά
vocatif συμπλεκτικοί συμπλεκτικές συμπλεκτικά

συμπλεκτικός, symplektikós \sim.blɛ.kti.ˈkɔs\

  1. Complexe.

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

Mot dérivé de σύμπλεκτος, súmpletkos avec le suffixe -ικός, -ikós.

Adjectif [modifier]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif συμπλεκτικός συμπλεκτική συμπλεκτικόν συμπλεκτικοί συμπλεκτικαί συμπλεκτικά συμπλεκτικώ συμπλεκτικά συμπλεκτικώ
Vocatif συμπλεκτικέ συμπλεκτική συμπλεκτικόν συμπλεκτικοί συμπλεκτικαί συμπλεκτικά συμπλεκτικώ συμπλεκτικά συμπλεκτικώ
Accusatif συμπλεκτικόν συμπλεκτικήν συμπλεκτικόν συμπλεκτικούς συμπλεκτικάς συμπλεκτικά συμπλεκτικώ συμπλεκτικά συμπλεκτικώ
Génitif συμπλεκτικοῦ συμπλεκτικῆς συμπλεκτικοῦ συμπλεκτικῶν συμπλεκτικῶν συμπλεκτικῶν συμπλεκτικοῖν συμπλεκτικαῖν συμπλεκτικοῖν
Datif συμπλεκτικ συμπλεκτικ συμπλεκτικ συμπλεκτικοῖς συμπλεκτικαῖς συμπλεκτικοῖς συμπλεκτικοῖν συμπλεκτικαῖν συμπλεκτικοῖν

συμπλεκτικός, sumplektikós \Prononciation ?\

  1. Entrelacé, tressé ensemble.

Apparentés étymologiques[modifier]

Dérivés dans d’autres langues[modifier]

Références[modifier]