τεχνικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien τεχνικός, tekhnikós.

Adjectif [modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif τεχνικός τεχνική τεχνικό
génitif τεχνικού τεχνικής τεχνικού
accusatif τεχνικό τεχνική τεχνικό
vocatif τεχνικέ τεχνική τεχνικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif τεχνικοί τεχνικές τεχνικά
génitif τεχνικών τεχνικών τεχνικών
accusatif τεχνικούς τεχνικές τεχνικά
vocatif τεχνικοί τεχνικές τεχνικά

τεχνικός, tekhnikós \tɛ.xni.ˈkɔs\ masculin

  1. Technique.
    • τεχνική επιδεξιότητα

Dérivés[modifier]

Apparentés étymologiques[modifier]

Nom commun [modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  τεχνικός οι  τεχνικοί
Génitif του  τεχνικού των  τεχνικών
Accusatif το(ν)  τεχνικό τους  τεχνικούς
Vocatif τεχνικέ τεχνικοί

τεχνικός, tekhnikós \tɛ.xni.ˈkɔs\ masculin

  1. Technicien.

Références[modifier]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (τεχνικός)

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

Mot dérivé de τέχνη, téknê (« art ») avec le suffixe -ικός, -ikós.

Adjectif [modifier]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif τεχνικός τεχνική τεχνικόν τεχνικοί τεχνικαί τεχνικά τεχνικώ τεχνικά τεχνικώ
Vocatif τεχνικέ τεχνική τεχνικόν τεχνικοί τεχνικαί τεχνικά τεχνικώ τεχνικά τεχνικώ
Accusatif τεχνικόν τεχνικήν τεχνικόν τεχνικούς τεχνικάς τεχνικά τεχνικώ τεχνικά τεχνικώ
Génitif τεχνικοῦ τεχνικῆς τεχνικοῦ τεχνικῶν τεχνικῶν τεχνικῶν τεχνικοῖν τεχνικαῖν τεχνικοῖν
Datif τεχνικ τεχνικ τεχνικ τεχνικοῖς τεχνικαῖς τεχνικοῖς τεχνικοῖν τεχνικαῖν τεχνικοῖν

τεχνικός, tekhnikós \Prononciation ?\

  1. Technique, artistique.

Dérivés[modifier]

Dérivés dans d’autres langues[modifier]

Références[modifier]