υπερβολικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ὑπερβολικός.

Adjectif[modifier]

υπερβολικός (ipervolikós) \i.pɛɾ.vɔ.li.ˈkɔs\

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  υπερβολικός η  υπερβολική το  υπερβολικό
génitif του  υπερβολικού της  υπερβολικής του  υπερβολικού
accusatif το(ν)  υπερβολικό τη(ν)  υπερβολική το  υπερβολικό
vocatif υπερβολικέ υπερβολική υπερβολικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  υπερβολικοί οι  υπερβολικές τα  υπερβολικά
génitif των  υπερβολικών των  υπερβολικών των  υπερβολικών
accusatif τους  υπερβολικούς τις  υπερβολικές τα  υπερβολικά
vocatif υπερβολικοί υπερβολικές υπερβολικά
  1. Exagéré.
    • στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία
  2. Hyperbolique.
    • πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών