υποθετικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

(1) Du grec ancien ὑποθετικός, hypothetikós.
(2) Du français hypothétique.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  υποθετικός η  υποθετική το  υποθετικό
génitif του  υποθετικού της  υποθετικής του  υποθετικού
accusatif το(ν)  υποθετικό τη(ν)  υποθετική το  υποθετικό
vocatif υποθετικέ υποθετική υποθετικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  υποθετικοί οι  υποθετικές τα  υποθετικά
génitif των  υποθετικών των  υποθετικών των  υποθετικών
accusatif τους  υποθετικούς τις  υποθετικές τα  υποθετικά
vocatif υποθετικοί υποθετικές υποθετικά

υποθετικός (ipothetikós) \i.pɔ.θɛ.ti.ˈkɔs\

  1. Hypothétique (qui est amené par une hypothèse).
  2. Hypothétique (qui est du domaine de la spéculation).