Ἑκατόγχειρες

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

De ἑκατόν, hekatón (« cent ») et χείρ, kheír (« main »).

Nom propre [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif Ἑκατόγχειρ οἱ Ἑκατόγχειρες τὼ Ἑκατόγχειρε
Vocatif Ἑκατόγχειρ Ἑκατόγχειρες Ἑκατόγχειρε
Accusatif τὸν Ἑκατόγειρα τοὺς Ἑκατόγχειρας τὼ Ἑκατόγχειρε
Génitif τοῦ Ἑκατόγχειρος τῶν Ἑκατόγχειρων τοῖν Ἑκατόγχεροιν
Datif τῷ Ἑκατόγχειρι τοῖς Ἑκατόγχερσι(v) τοῖν Ἑκατόγχεροιν

Ἑκατόγχειρες, Hekatónkheires \he.ka.ˈtoŋ.kʰeː.res\ masculin pluriel

  1. (Mythologie) Hécatonchires.