σεισμογράφος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du français séismographe.

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  σεισμογράφος οι  σεισμογράφοι
Génitif του  σεισμογράφου των  σεισμογράφων
Accusatif το(ν)  σεισμογράφο τους  σεισμογράφους
Vocatif σεισμογράφε σεισμογράφοι

σεισμογράφος, sismográfos \Prononciation ?\ masculin

  1. Sismographe.

Dérivés[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (σεισμογράφος)