φύση

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien φύσις, phúsis.

Nom commun [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  φύση οι  φύσεις
Génitif της  φύσης
φύσεως
των  φύσεων
Accusatif τη(ν)  φύση τις  φύσεις
Vocatif φύση φύσεις

φύση (físi) \ˈfi.si\ féminin

  1. Nature (1-4).
    • Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, η ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.
      L'astrophysique, la géologie, l'océanologie, la météorologie, la chimie, la physique nucléaire, l'anatomie, la médecine, l'agronomie et l'écologie sont quelques-unes des sciences qui étudient la nature, c'est pourquoi elles sont appelées sciences naturelles.
    • Η θνητή φύση του ανθρώπου.
      La nature mortelle de l’homme.
    • Η παροδική φύση ενός φαινομένου.
      La nature passagère d’un phénomène.
    • Ο τάδε έχει καλλιτεχνική φύση, ο δείνα είναι φύσει αθυρόστομος και βωμολόχος.
      Untel a une nature artistique, untel est par nature vulgaire et grossier.
    • Η φύση του ανθρώπου.
      La nature de l’homme.

Dérivés[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]

  • Cet article utilise des informations de l’article du Wiktionnaire en grec, sous licence CC-BY-SA-3.0 : φύση.