αντιβιοτικό

From Wiktionnaire
Jump to navigation Jump to search

Grec[edit source]

Étymologie[edit source]

Neutre substantivé de αντιβιοτικός.

Nom commun [edit source]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  αντιβιοτικό τα  αντιβιοτικά
Génitif του  αντιβιοτικού των  αντιβιοτικών
Accusatif το  αντιβιοτικό τα  αντιβιοτικά
Vocatif αντιβιοτικό αντιβιοτικά

αντιβιοτικό \an.di.vi.ɔ.ti.ˈkɔ\ neutre

  1. (Médecine) Antibiotique, médicament pour lutter contre une infection.