καθολικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien καθολικός, katholikós.

Adjectif [modifier le wikicode]

καθολικός, katholikós \Prononciation ?\

  1. Général, universel.
    • η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή
  2. (Religion) Catholique.
    • η Καθολική Εκκλησία

Dérivés[modifier le wikicode]

Vocabulaire apparenté par le sens[modifier le wikicode]

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Mot composé de κατά, katá et de ὁλικός, holikós (« universel »), de ὅλος, hólos (« tout »).

Adjectif [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif καθολικός καθολική καθολικόν καθολικοί καθολικαί καθολικά καθολικώ καθολικά καθολικώ
Vocatif καθολικέ καθολική καθολικόν καθολικοί καθολικαί καθολικά καθολικώ καθολικά καθολικώ
Accusatif καθολικόν καθολικήν καθολικόν καθολικούς καθολικάς καθολικά καθολικώ καθολικά καθολικώ
Génitif καθολικοῦ καθολικῆς καθολικοῦ καθολικῶν καθολικῶν καθολικῶν καθολικοῖν καθολικαῖν καθολικοῖν
Datif καθολικ καθολικ καθολικ καθολικοῖς καθολικαῖς καθολικοῖς καθολικοῖν καθολικαῖν καθολικοῖν

καθολικός, katholikós \ka.tʰo.li.ˈkos\

  1. Général, universel.

Apparentés étymologiques[modifier le wikicode]

Dérivés dans d’autres langues[modifier le wikicode]

Nom commun [modifier le wikicode]

καθολικός, katholikós \Prononciation ?\ masculin

  1. (Administration) Superviseur des comptes (οἱ καθόλου λόγοι, en latin summae rationes, « comptes généraux », dans l’administration impériale gréco-latine, correspond au rationalis latin.
    • Εὐφράτης ὁ καθολικός

Références[modifier le wikicode]