πλαστικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sauter à la navigation Sauter à la recherche

Grec[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Du grec ancien πλαστικός, plastikós.

Adjectif [modifier le wikicode]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif πλαστικός πλαστική πλαστικό
génitif πλαστικού πλαστικής πλαστικού
accusatif πλαστικό πλαστική πλαστικό
vocatif πλαστικέ πλαστική πλαστικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif πλαστικοί πλαστικές πλαστικά
génitif πλαστικών πλαστικών πλαστικών
accusatif πλαστικούς πλαστικές πλαστικά
vocatif πλαστικοί πλαστικές πλαστικά

πλαστικός, plastikós \Prononciation ?\

  1. Plastique.

Dérivés[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (πλαστικός)

Grec ancien[modifier le wikicode]

Étymologie[modifier le wikicode]

Mot composé de πλάστης, plástês (« modeleur »).

Adjectif [modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel Duel
Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre Masculin Féminin Neutre
Nominatif πλαστικός πλαστική πλαστικόν πλαστικοί πλαστικαί πλαστικά πλαστικώ πλαστικά πλαστικώ
Vocatif πλαστικέ πλαστική πλαστικόν πλαστικοί πλαστικαί πλαστικά πλαστικώ πλαστικά πλαστικώ
Accusatif πλαστικόν πλαστικήν πλαστικόν πλαστικούς πλαστικάς πλαστικά πλαστικώ πλαστικά πλαστικώ
Génitif πλαστικοῦ πλαστικῆς πλαστικοῦ πλαστικῶν πλαστικῶν πλαστικῶν πλαστικοῖν πλαστικαῖν πλαστικοῖν
Datif πλαστικ πλαστικ πλαστικ πλαστικοῖς πλαστικαῖς πλαστικοῖς πλαστικοῖν πλαστικαῖν πλαστικοῖν

πλαστικός, plastikós \Prononciation ?\

  1. Plastique, de modelage.
    • αἱ πλαστικαί τέχναι, les arts plastiques.

Apparentés étymologiques[modifier le wikicode]

Dérivés dans d’autres langues[modifier le wikicode]

Références[modifier le wikicode]