διάλεκτος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier | modifier le wikicode]

Nom commun[modifier | modifier le wikicode]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η διάλεκτος οι διάλεκτοι (διάλεκτες)
Génitif της διαλέκτου των διαλέκτων
Accusatif τη(ν) διάλεκτο τις διαλέκτους (διάλεκτες)
Vocatif (διάλεκτο) (διάλεκτοι)

διάλεκτος (dhiálektos) /ði.ˈa.lɛ.ktɔs/ féminin

  1. Dialecte.