ακριβός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ἀκριβός, akribós

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  ακριβός η  ακριβή το  ακριβό
génitif του  ακριβού της  ακριβής του  ακριβού
accusatif το(ν)  ακριβό τη(ν)  ακριβή το  ακριβό
vocatif ακριβέ ακριβή ακριβό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  ακριβοί οι  ακριβές τα  ακριβά
génitif των  ακριβών των  ακριβών των  ακριβών
accusatif τους  ακριβούς τις  ακριβές τα  ακριβά
vocatif ακριβοί ακριβές ακριβά

ακριβός (akrivós) \a.kɾi.ˈvɔs\

  1. Cher.

Dérivés[modifier]

Voir aussi[modifier]