ελικόπτερο

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du français hélicoptère.

Nom commun [modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ελικόπτερο τα  ελικόπτερα
Génitif του  ελικοπτέρου των  ελικοπτέρων
Accusatif το  ελικόπτερο τα  ελικόπτερα
Vocatif ελικόπτερο ελικόπτερα

ελικόπτερο \ɛ.li.ˈkɔp.tɛ.ɾɔ\ neutre

  1. (Transport) Hélicoptère.