τεχνητός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien τεχνητός, tekhnêtós.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  τεχνητός η  τεχνητή το  τεχνητό
génitif του  τεχνητού της  τεχνητής του  τεχνητού
accusatif το(ν)  τεχνητό τη(ν)  τεχνητή το  τεχνητό
vocatif τεχνητέ τεχνητή τεχνητό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  τεχνητοί οι  τεχνητές τα  τεχνητά
génitif των  τεχνητών των  τεχνητών των  τεχνητών
accusatif τους  τεχνητούς τις  τεχνητές τα  τεχνητά
vocatif τεχνητοί τεχνητές τεχνητά

τεχνητός (tekhnitós) \tɛx.ni.ˈtɔs\

  1. Artificiel
    • τεχνητός δορυφόρος.
    • μονάδα τεχνητού νεφρού

Grec ancien[modifier]

Étymologie[modifier]

De τέχνη, tékhnê.

Adjectif[modifier]

τεχνητός, tekhnêtós \Prononciation ?\

  1. Artificiel.