ωραίος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher
Voir aussi : ὡραῖος

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ὡραῖος, hôraîos.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  ωραίος η  ωραία το  ωραίο
génitif του  ωραίου της  ωραίας του  ωραίου
accusatif το(ν)  ωραίο τη(ν)  ωραία το  ωραίο
vocatif ωραίε ωραία ωραίο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  ωραίοι οι  ωραίες τα  ωραία
génitif των  ωραίων των  ωραίων των  ωραίων
accusatif τους  ωραίους τις  ωραίες τα  ωραία
vocatif ωραίοι ωραίες ωραία

ωραίος (oréos) \ɔ.ˈɾɛ.ɔs\

  1. Beau.

Synonymes[modifier]