αδηφάγος

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ἀδηφάγος, adêphágos.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  αδηφάγος η  αδηφάγα το  αδηφάγο
génitif του  αδηφάγου της  αδηφάγας του  αδηφάγου
accusatif το(ν)  αδηφάγο τη(ν)  αδηφάγα το  αδηφάγο
vocatif αδηφάγε αδηφάγα αδηφάγο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  αδηφάγοι οι  αδηφάγες τα  αδηφάγα
génitif των  αδηφάγων των  αδηφάγων των  αδηφάγων
accusatif τους  αδηφάγους τις  αδηφάγες τα  αδηφάγα
vocatif αδηφάγοι αδηφάγες αδηφάγα

αδηφάγος (adhifágos) \a.ði.ˈfa.ɣɔs\

  1. Gourmand.
  2. Avare, avaricieux.