ακροατήριο

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

De ακροατής (« auditeur »).

Nom commun [modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ακροατήριο τα  ακροατήρια
Génitif του  ακροατηρίου των  ακροατηρίων
Accusatif το  ακροατήριο τα  ακροατήρια
Vocatif ακροατήριο ακροατήρια

ακροατήριο, akroatírio \a.kɾɔ.a.ˈti.ɾi.ɔ\ neutre

  1. Auditoire.

Références[modifier]

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ακροατήριο)