παξιμάδι

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec médiéval παξιμάδιον paximádion.

Nom commun[modifier]

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  παξιμάδι τα  παξιμάδια
Génitif του  παξιμαδιού των  παξιμαδιών
Accusatif το  παξιμάδι τα  παξιμάδια
Vocatif παξιμάδι παξιμάδια
δύο ξερά παξιμάδια (1) μέσα σε πιατάκι
εξάγωνο παξιμάδι (2)

παξιμάδι (paximádhi) \pa.ksi.ˈma.ði\ neutre

  1. Biscotte.
    • άφησες έξω το ψωμί και έγινε παξιμάδι
  2. Écrou.
    • αυτό το παξιμάδι δεν κάνει γιατί δεν ταιριάζουν οι βόλτες του

Dérivés[modifier]

Expressions[modifier]

  • κάνω το σκατό μου παξιμάδι :
  • θέλω βρεγμένο το παξιμάδι :

Références[modifier]

  • Cet article est adapté ou copié (en partie ou en totalité) de l’article du Wiktionnaire en grec, sous licence CC-BY-SA-3.0 : παξιμάδι, mais a pu être modifié depuis.