χιόνι
Apparence
Étymologie
[modifier le wikicode]Nom commun
[modifier le wikicode]| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | το | χιόνι | τα | χιόνια |
| Génitif | του | χιονιού | των | χιονιών |
| Accusatif | το | χιόνι | τα | χιόνια |
| Vocatif | χιόνι | χιόνια | ||
- (Météorologie) Neige.
Το πυκνό χιόνι μάς εμπόδιζε να βαδίσουμε πιο γρήγορα.
- La neige épaisse nous empêchait de marcher plus vite.
Dérivés
[modifier le wikicode]- χιονάκι
- χιονάτος
- χιονένιος
- χιονιάς
- χιονίζει
- χιονισμένος
- χιονιστής
- χιονίστρα
- χιονοειδής
- χιονώδης
- εκχιονίζω (« déneiger »)
- εκχιονισμός
- εκχιονιστήρας
- εκχιονιστικός
- χιονάνθρωπος (« bonhomme de neige »)
- χιονοβολή
- χιονοβόλημα
- χιονοβόλος
- χιονοβροχή
- χιονόβροχο
- χιονοδρομία
- χιονοδρομικός
- χιονοδρόμιο
- χιονοδρόμος
- χιονοθύελλα
- χιονόλευκος
- χιονόμαλλος
- χιονομετρία
- χιονομετρικός
- χιονόμετρο
- χιονόμπαλα
- χιονόνερο
- χιονονιφάδα
- χιονοπέδιλο
- χιονοπόλεμος
- χιονόπτωση (« chute de neige »)
- χιονοσκεπασμένος
- χιονοσκεπής
- χιονοστεφής
- χιονοστιβάδα
- χιονοστρόβιλος
- χιονόσφαιρα
- Χιονάτη (« Blanche-Neige »)
Références
[modifier le wikicode]- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Lexikó tis koinís neoellinikís [Dictionnaire du grec moderne standard], Institut d’études néo-helléniques (Fondation Manólis-Triantafyllídis) de l’université Aristote de Thessalonique, 1998. (χιόνι)