αστικός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

Du grec ancien ἀστικός, astikós.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  αστικός η  αστική το  αστικό
génitif του  αστικού της  αστικής του  αστικού
accusatif το(ν)  αστικό τη(ν)  αστική το  αστικό
vocatif αστικέ αστική αστικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  αστικοί οι  αστικές τα  αστικά
génitif των  αστικών των  αστικών των  αστικών
accusatif τους  αστικούς τις  αστικές τα  αστικά
vocatif αστικοί αστικές αστικά

αστικός (astikós) \a.sti.ˈkɔs\

  1. Urbain.
  2. Civique, civil.
  3. Bourgeois, qui se rapporte à la classe sociale des bourgeois.