φορητός

Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Aller à : navigation, rechercher

Grec[modifier]

Étymologie[modifier]

→ voir φέρω et -τος.

Adjectif[modifier]

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ο  φορητός η  φορητή το  φορητό
génitif του  φορητού της  φορητής του  φορητού
accusatif το(ν)  φορητό τη(ν)  φορητή το  φορητό
vocatif φορητέ φορητή φορητό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif οι  φορητοί οι  φορητές τα  φορητά
génitif των  φορητών των  φορητών των  φορητών
accusatif τους  φορητούς τις  φορητές τα  φορητά
vocatif φορητοί φορητές φορητά

φορητός (foritós) \fɔ.ɾi.ˈtɔs\

  1. Portable, portatif.
    • φορητός υπολογιστής

Dérivés[modifier]