λογικός
Définition, traduction, prononciation, anagramme et synonyme sur le dictionnaire libre Wiktionnaire.
Sommaire |
[modifier] Grec ancien
Étymologie
Adjectif
λογικός, logikós /Prononciation ?/
- Relatif au discours, à la prose.
- Relatif à la raison, intellectuel.
- Relatif à la logique, rationnel, raisonnable, logique.
Apparentés étymologiques
nombre=3|
- αἰτιολογικός
- ἀναλογικός
- ἀντιλογικός
- ἀρχαιολογικός
- ἀστρολογικός
- βιολογικός
- δ.η.μολογικός
- διαλογικός
- δικαιολογικός
- ἐναντιολογικός
- ἐναντιοποιολογικός
- ἐπιλογικός
- ἐτυμολογικός
- φλογικός
- φυσιολογικός
- γενεαλογικός
- γενεθλιαλογικός
- γνωμολογικός
- κακολογικός
- κοσμολογικός
- μεταρσιολογικός
- μετεωρολογικός
- μυθολογικός
- παθολογικός
- περιαυτολογικός
- θεολογικός
- σεμνολογικός
- σιτολογικός
- σπερμολογικός
- ὡρολογικός
- ψευδολογικός
- ψηφολογικός
Mots dérivés dans d’autres langues
Références
- Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français, 1901, Hachette
- Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon